πορτοκαλί

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πορτοκαλί

  • poɾ.to.kaˈli

Sounds like πορτοκάλι

Where it comes from

πορτοκαλί < πορτοκάλ(ι) + -ί

noun πορτοκαλί

  1. χρώμα το χρώμα του πορτοκαλιού ※ Μες την ερημιά της της ήρθαν στο νου τα παιδικά της χρόνια, κούνησε το κεφάλι κ προσπάθησε να μην σκέφτεται ... κλάιν μάιν : σφαίρες, φωτιές, νιφάδες στάχτης στο λιλά & πορτοκαλί χρώμα του απογευματινού σιωπηρού ουρανού – πόλεμος, σκευωρίες απ' αυτές που ένα παιδί δεν αντιλαμβάνεται ακόμα ... θάνα

adjective πορτοκαλί

  1. άκλιτος τύπος του πορτοκαλής για όλα τα γένη

adjective πορτοκαλί

  1. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πορτοκαλής

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πορτοκαλί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πορτοκαλί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF

Chicago

"πορτοκαλί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πορτοκαλί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF},
  urldate = {2026-11-07}
}