πορτοφόλι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πορτοφόλι

  • poɾ.toˈfo.li

Where it comes from

πορτοφόλι < (άμεσο δάνειο) ιταλική portafoglio (χαρτοφύλακας), πληθυντικός: portafogli που θεωρήθηκε ουδέτερο ενικό με αφομοίωση των [o, a, o] > [o, o, o] (συγγενή: γαλλική portefeuille) < portare < λατινικό ρήμα portāre (να φέρει) + foglio < λατινικά folium («φύλλο»). Με χρήση από το τέλος του 19ου αιώνα (δείτε παραθέματα, 1884, 1890)

noun πορτοφόλι · πορτοφόλια · πορτοφολιού · πορτοφολιών

  1. μικρή θήκη που χρησιμοποιείται για τη τοποθέτηση και φύλαξη χρημάτων ※ — Δικό σας εἶνε μοῦ φαίνεται, αὐτό; / — Ἆ! τὸ πορτοφόλι μου! ἀνέκραξεν ὁ Κύριος ἁπλώνων μὲ ὁρμὴν τὸ χέρι πρὸς αὐτό. / — Σᾶς εἶχε πέσει κάτω ς’ τὴ σάλα, προσθέτω, καὶ ἀπομακρύνομαι ἀξιοπρεπῶς (Κωστής Παλαμάς, Το δίδραχμον, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890 του Κωνσταντίνου Σκόκου)

In English

  • purse small bag for carrying money
  • wallet case for keeping money

Talk about this word

Cite this
MLA

"πορτοφόλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%8C%CE%BB%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πορτοφόλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%8C%CE%BB%CE%B9

Chicago

"πορτοφόλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%8C%CE%BB%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πορτοφόλι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%8C%CE%BB%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}