πορφύρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πορφύρα¹
- poɾˈfi.ɾa
Where it comes from
πορφύρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πορφύρα
noun πορφύρα · πορφύρες · πορφύρας · πορφυρών
- όστρακο που ανήκει στο γένος Murex της οικογένειας Muricidae
- χρωστική ουσία ανεξίτηλου βαθυκόκκινου χρώματος, που παράγεται με κατάλληλη επεξεργασία από το όστρακο που την παράγει
- το πορφυρό πορφύρα (χρώμα): ※ Το πορφυρό χρώμα, γνωστή ως πορφύρα από αρχαιοτάτων χρόνων σαν βασιλική βαφή, ήταν η ωραιότερη και ακριβότερη βαφή. Η πορφύρα θεωρήθηκε από την αρχή ευγενές χρώμα και σύμβολο των θεών και βασιλιάδων. Η λέξη πορφύρα είναι το συνολικό όνομα μιας ομάδας οικογενειακών κοχυλιών, ενώ η παραγωγή τους ήτα
- το ένδυμα που έχει βαφεί μ’ αυτό το χρώμα (συνήθως επίσημο βασιλικό)
- η βασιλική ή αυτοκρατορική εξουσία
- ομάδα ηπατικών διαταραχών στις οποίες ουσίες που ονομάζονται πορφυρίνες συσσωρεύονται στο σώμα, επηρεάζοντας αρνητικά το δέρμα με αποτέλεσμα δερματοπάθεια ή το νευρικό σύστημα
Πορφύρα²
Where it comes from
Πορφύρα < → λείπει η ετυμολογία / γενική ενικού του αρσενικού Πορφύρας
proper noun Πορφύρα · Porfyra
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Πορφύρας)
In English
- purple mollusk
- Tyrian purple dye
Talk about this word "πορφύρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%86%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πορφύρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%86%CF%8D%CF%81%CE%B1 "πορφύρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%86%CF%8D%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πορφύρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%86%CF%8D%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}