ποσότητα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ποσότητα

  • poˈso.ti.ta

Where it comes from

ποσότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποσότης + -τητα (από την αιτιατική «τὴν ποσότητα»), με σημασιολογικές επιρροές από την γαλλική quantité και την αγγλική quantity

noun ποσότητα · ποσότητες · ποσότητας · ποσοτήτων

  1. αφηρημένη έννοια που αναφέρεται στο μέγεθος (πόσο;) ή τον αριθμό (πόσα;) Η ποσότητα του αλκοόλ σε αυτά τα σοκολατάκια είναι τόσο μικρή που δε θα έπρεπε να σε νοιάζει.

    Similar: ποσό

  2. ποσοτικά γνωρίσματα

    Opposite: ποιότητα

  3. γραμματική, φωνητική η χρονική διάρκεια ενός φθόγγου < υπώνυμα: βραχύτητα, μακρότητα

Opposite: ποιότητα

Thesaurus

noun

Opposite: ποιότητα

In English

  • number quantity
  • quantity fundamental, generic term used when referring to the measurement
  • amount quantity or volume

Talk about this word

Cite this
MLA

"ποσότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ποσότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"ποσότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ποσότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}