ποτό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ποτό

Where it comes from

ποτό < αρχαία ελληνική ποτόν, ουδέτερο του επιθέτου ποτός

noun ποτό · ποτά · ποτού · ποτών

  1. κάθε τι που πίνεται (εκτός ίσως από το νερό και το γάλα)· λέγεται κυρίως για τα αναψυκτικά και τα οινοπνευματώδη ※ ποτέ οι πωλήσεις των βιβλίων μου δεν ξεπερνούσαν το φράγμα της πρώτης, άντε το πολύ της δεύτερης έκδοσης. «Μη στενοχωριέσαι. Είναι γιατί είσαι ιδιαίτερος συγγραφέας. Σε διαβάζουν λίγοι αλλά εκλεκτοί ... » Με τέτοια με παρηγορούσε ο μπαγάσας. Ήταν από τους δυο τρεις που έβγαινα για ποτό και που εμπ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ποτό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%8C. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ποτό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%8C

Chicago

"ποτό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ποτό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%8C},
  urldate = {2026-11-06}
}