πουκάμισο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πουκάμισο
- puˈka.mi.so
Where it comes from
πουκάμισο < μεσαιωνική ελληνική πουκάμισον < υποκάμισον < ὑπό + *καμίσα / καμίσιον < μεσαιωνική λατινική camisia < γαλατική camisia < πρωτογερμανική *hamiþiją (ρούχο, πουκάμισο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱam- (κάλυμμα, ρούχο)
noun πουκάμισο · πουκάμισα · πουκάμισου · πουκαμίσου · πουκάμισων · πουκαμίσων
- ρούχο που φοριέται στο πάνω μέρος του σώματος και κουμπώνει από πάνω ως κάτω στο μπροστινό μέρος λινό / μάλλινο / μαύρο / ριγέ / κοντομάνικο πουκάμισο
- το στεγνό δέρμα του φιδιού το καλοκαίρι στο αμπέλι βρίσκαμε φιδίσια πουκάμισα, ξεραμένα πια από τον ήλιο
In English
- shirt article of clothing
Talk about this word "πουκάμισο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. πουκάμισο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BF "πουκάμισο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πουκάμισο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}