πουταναριό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πουταναριό

  • pu.ta.naɾˈʝo

Where it comes from

πουταναριό < πουτάν(α) + -αριό

noun πουταναριό · πουταναριά · πουταναριού · πουταναριών

  1. familiar, vulgar, λαϊκότροπο, προφορικό, επιτατικό η πόρνη ※ Ακόμη κι αν της άρεσε, έπρεπε να το στραγγαλίσει το αίσθημα και να πάρει τα πόδια της να τσακιστεί η λάμια. Η αντροχωρίστρα. Τον άντρα της αδελφής της , το πουταναριό. Θυμωμένη, έξαλλη σαν σκύλα, μπήκε στην κουζίνα και την πλάκωσε στο ξύλο. Η άλλη μαζεμένη το δεχόταν, γιατί ήξερε πως ήταν δίκαιο (
  2. collective, familiar, vulgar, λαϊκότροπο, προφορικό, περιληπτικό πλήθος πορνών ※ Τι ετοίμαζε ο παλιομαλάκας; Και τι δουλειά είχαν όλες εκείνες οι σκατόφατσες μαζεμένες στην ίδια φωτογραφία με το ρώσικο πουταναριό; Εδώ πρέπει να κρυβόταν το ζουμί όλης της υπόθεσης. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
  3. collective, familiar, offensive, vulgar, λαϊκότροπο, προφορικό ομάδα γυναικών που ντύνονται προκλητικά
  4. familiar, vulgar, λαϊκότροπο, προφορικό το πορνείο

Talk about this word

Cite this
MLA

"πουταναριό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πουταναριό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C

Chicago

"πουταναριό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πουταναριό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}