πουταναριό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πουταναριό
- pu.ta.naɾˈʝo
Where it comes from
πουταναριό < πουτάν(α) + -αριό
noun πουταναριό · πουταναριά · πουταναριού · πουταναριών
- η πόρνη ※ Ακόμη κι αν της άρεσε, έπρεπε να το στραγγαλίσει το αίσθημα και να πάρει τα πόδια της να τσακιστεί η λάμια. Η αντροχωρίστρα. Τον άντρα της αδελφής της , το πουταναριό. Θυμωμένη, έξαλλη σαν σκύλα, μπήκε στην κουζίνα και την πλάκωσε στο ξύλο. Η άλλη μαζεμένη το δεχόταν, γιατί ήξερε πως ήταν δίκαιο (
- πλήθος πορνών ※ Τι ετοίμαζε ο παλιομαλάκας; Και τι δουλειά είχαν όλες εκείνες οι σκατόφατσες μαζεμένες στην ίδια φωτογραφία με το ρώσικο πουταναριό; Εδώ πρέπει να κρυβόταν το ζουμί όλης της υπόθεσης. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
- ομάδα γυναικών που ντύνονται προκλητικά
- το πορνείο
Talk about this word "πουταναριό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. πουταναριό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C "πουταναριό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πουταναριό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}