πούλος
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
πούλος¹
- ˈpu.los
어원
πούλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ποῦλος / ποῦλλος < λατινική pullus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *polH- (νεοσσός). Μεγεθυντικό της λέξης πουλί.
명사 πούλος · πούλοι · πούλου · πούλων · πούλο · πούλους
- το πέος, το αντρικό γεννητικό όργανο
- ο νεοσσός του πτηνού και ιδίως της κότας, το κοτοπουλάκι
- το φυτό του είδους Mοίκων η ροιάς (Papaver rhoeas), η κοινή παπαρούνα
Πούλος²
- ˈpu.los
어원
Πούλος < → λείπει η ετυμολογία
고유 명사 Πούλος · Πούλοι · Πούλου · Πούλων · Πούλο · Πούλους
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Πούλου)
영어로
- dick penis
이 단어에 대해 이야기하기 "πούλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πούλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82 "πούλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {πούλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}