πράμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πράμα

  • ˈpɾa.ma

Where it comes from

πράμα < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική πρᾶμα < αρχαία ελληνική πρᾶγμα με αφομοίωση [ɡm] > [mm] και απλοποίηση της προφοράς των δύο [m]. Συγκρίνετε με το πράγμα.

: για την κρητική διάλεκτο, σημασία «τίποτα» < (άμεσο δάνειο) τουρκική şey (πράγμα) που χρησιμοποιείται σε παρόμοια έκφραση ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) πβ. γαλλική rien (τίποτα) και καταλανική res (τίποτα) από τη λατινική rēs (πράγμα)

noun πράμα · πράματα · πράματος · πραμάτων

  1. άλλη προφορά του πράγμα
  2. plural, στον πληθυντικό πράματα δουλειές (γενικώς) έχω να κάνω πολλά πράματα σήμερα, δεν θα προλάβω
  3. Cretan, κρητικά τίποτα, τίποτε Μα δεν κατές εσύ πράμα! - Μα εσύ δεν κατέχεις (καταλαβαίνεις) τίποτε!
  4. familiar, οικείο γεννητικά όργανα (κυρίως γυναικείο)
  5. familiar, οικείο γεγονότα, δουλειές
  6. slang, αργκό ναρκωτικά

Talk about this word

Cite this
MLA

"πράμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πράμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%B1

Chicago

"πράμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πράμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}