πράξη

Ελληνικά

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

πράξη

  • ˈpɾa.ksi

Limetoka wapi

πράξη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πρᾶξις

: (εμπορική συναλλαγή) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική transaction

: (διοικητική ενέργεια και εγγραφή) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική acte

: (μαθηματικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική opération

nomino πράξη · πράξεις · πράξης · πράξεων

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πράττω γενναία πράξη
  2. η εφαρμογή, η εκτέλεση μιας ιδέας ή ενός σχεδίου ※ Είναι φορές που ανάμεσα θεωρία και πράξη δυσκολευόμαστε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
  3. η εμπορική ή χρηματιστηριακή συναλλαγή
  4. η διοικητική ενέργεια ή απόφαση
  5. η εγγραφή και καταχώριση γεγονότος σε ειδικό βιβλίο λογιστική πράξη, ληξιαρχική πράξη γέννησης
  6. καθένα από τα μέρη που αποτελούν ένα θεατρικό έργο ή όπερα (κατ’ επέκταση) σημαντικό στάδιο ή φάση γεγονότων
  7. μαθηματικά, αριθμητική ένας από τους τέσσερις βασικούς τρόπους με τους οποίους από δοθέντες αριθμούς παράγεται κάποιος άλλος (πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμός και διαίρεση) αριθμητικές πράξεις
  8. μαθηματικά, λογική η διαδικασία που λαμβάνει σαν είσοδο μία ή περισσότερες λογικές προτάσεις και με την χρήση λογικού συνδετικού δίδει αποτέλεσμα του οποίου η τιμή είναι πάντα 'Αληθής' ή 'Ψευδής', δηλαδή αληθοτιμή υπώνυμα: άρνηση, διάζευξη (∨, ⊻), σύζευξη (∧), συνεπαγωγή, ισοδυναμία
  9. μαθηματικά, θεωρία συνόλων , (σχεσιακή άλγεβρα) οι πράξεις μεταξύ συνόλων ή σχέσεων υπώνυμα: ένωση (σύμβολο: ⋃), τομή (σύμβολο: ⋂)

Kwa Kiingereza

  • action something done so as to accomplish a purpose
  • act display of behaviour
  • operation procedure for generating a value from one or more other values
  • sum arithmetic problem
  • deed action
  • practice actual operation or experiment, in contrast to theory

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"πράξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BE%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πράξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BE%CE%B7

Chicago

"πράξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πράξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}