πράσινος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πράσινος¹
Where it comes from
πράσινος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πράσινος
: για τους οικολόγους πράσινους < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Grünen
adjective πράσινος · πράσινη · πράσινο · πράσινου · πράσινης
- που έχει το χρώμα των φύλλων των χλωροφυλλικών φυτών πράσινος (χρώμα):
- χλωρός
- το πράσινο χρώμα
- η χλωρίδα
- το πράσινο φανάρι (όταν ο σηματοδότης δείχνει πράσινο)
- κόμμα που έχει ψηλά στην πολιτική του ατζέντα τα περιβαλλοντικά ζητήματα
- αθλητική ομάδα του ιπποδρόμου στο Βυζάντιο
- παρατσούκλι ομάδων που έχουν το πράσινο χρώμα στις φανέλες τους
- 3 παρατσούκλι των φιλάθλων ή οπαδών των παραπάνω ομάδων
Πράσινος²
- ˈpɾa.si.nos
Where it comes from
Πράσινος < πράσινος
proper noun Πράσινος · Πράσινοι · Πράσινου · Πράσινων · Πράσινο · Πράσινους
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "πράσινος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πράσινος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82 "πράσινος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πράσινος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}