πράσινος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πράσινος¹

Where it comes from

πράσινος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πράσινος

: για τους οικολόγους πράσινους < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Grünen

adjective πράσινος · πράσινη · πράσινο · πράσινου · πράσινης

  1. που έχει το χρώμα των φύλλων των χλωροφυλλικών φυτών πράσινος (χρώμα):
  2. χλωρός
  3. ουσιαστικοποιημένο το πράσινο χρώμα
  4. figuratively, ουσιαστικοποιημένο, συνεκδοχικά η χλωρίδα
  5. ουσιαστικοποιημένο το πράσινο φανάρι (όταν ο σηματοδότης δείχνει πράσινο)
  6. ουσιαστικοποιημένο, πολιτική κόμμα που έχει ψηλά στην πολιτική του ατζέντα τα περιβαλλοντικά ζητήματα
  7. ουσιαστικοποιημένο, ιστορία αθλητική ομάδα του ιπποδρόμου στο Βυζάντιο
  8. ουσιαστικοποιημένο παρατσούκλι ομάδων που έχουν το πράσινο χρώμα στις φανέλες τους
  9. 3 παρατσούκλι των φιλάθλων ή οπαδών των παραπάνω ομάδων

Πράσινος²

  • ˈpɾa.si.nos

Where it comes from

Πράσινος < πράσινος

proper noun Πράσινος · Πράσινοι · Πράσινου · Πράσινων · Πράσινο · Πράσινους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πράσινος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πράσινος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"πράσινος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πράσινος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}