πρέπει
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρέπει
- ˈpɾe.pi
- ˈðem‿ˈbɾe.pi
Where it comes from
πρέπει < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πρέπει (είναι ταιριαστό), γ΄ ενικό του αρχαίου ρήματος πρέπω (απρόσωπη χρήση)
verb πρέπει · έπρεπε
- υπάρχει ηθική υποχρέωση να γίνει κάτι Για να αποκτήσεις κάτι, πρέπει να το αγοράσεις.
- είναι απαραίτητο να γίνει κάτι Πρέπει να φας κάτι!
- μάλλον, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ισχύει κάτι Θα πρέπει να με θεωρείς ανόητο, για να περιμένεις να σε πιστέψω!
Similar: επιβάλλεται, απαιτείται
verb πρέπει
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πρέπω: ταιριάζει, αρμόζει, αξίζει σε κάποιον Στους νεκρούς για την πατρίδα πρέπει ιδιαίτερος σεβασμός και τιμή.
Thesaurus
verb
Similar: επιβάλλεται, απαιτείται
In English
Talk about this word "πρέπει." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. πρέπει. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9 "πρέπει." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρέπει},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}