πρέπει

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρέπει

  • ˈpɾe.pi
  • ˈðem‿ˈbɾe.pi

Where it comes from

πρέπει < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πρέπει (είναι ταιριαστό), γ΄ ενικό του αρχαίου ρήματος πρέπω (απρόσωπη χρήση)

verb πρέπει · έπρεπε

  1. υπάρχει ηθική υποχρέωση να γίνει κάτι Για να αποκτήσεις κάτι, πρέπει να το αγοράσεις.
  2. είναι απαραίτητο να γίνει κάτι Πρέπει να φας κάτι!
  3. επιρρηματικά μάλλον, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ισχύει κάτι Θα πρέπει να με θεωρείς ανόητο, για να περιμένεις να σε πιστέψω!

Similar: επιβάλλεται, απαιτείται

verb πρέπει

  1. γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πρέπω: ταιριάζει, αρμόζει, αξίζει σε κάποιον Στους νεκρούς για την πατρίδα πρέπει ιδιαίτερος σεβασμός και τιμή.

Thesaurus

In English

  • must be required to
  • ought indicating advisability or prudence

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρέπει." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρέπει. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9

Chicago

"πρέπει." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρέπει},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}