Μίκουιν

πρίγκιπας

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

πρίγκιπας¹

  • ˈpɾi(ŋ).ɟi.pas

Από πού έρχεται

πρίγκιπας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πρίγκιπας, πρίγκιψ < ελληνιστική κοινή πρίγκιψ, πρίγκεψ, πρίνκιψ, πρίνκεψ < λατινική princeps. Η πρώιμη ελληνιστική κοινή πρίγκιπες (στα λατινικά principēs, «επίλεκτοι στρατιώτες της λεγεώνας») μαρτυρείται στον Πολύβιο μόνον στην αιτιατική και γενική πληθυντικού.

ουσιαστικό πρίγκιπας · πριγκίπισσα · πριγκιπέσσα · πρίγκιπες · πρίγκιπα

  1. ο γιος ενός βασιλιά ≈ συνώνυμα: βασιλόπουλο
  2. τίτλος ευγενείας και ονομασία του ανώτατου άρχοντα ενός κρατιδίου (πριγκιπάτου)

Πρίγκιπας²

Από πού έρχεται

Πρίγκιπας < → λείπει η ετυμολογία

κύριο όνομα Πρίγκιπας · Πριγκιπαίοι · Πρίγκιπα · Πριγκιπαίων · Πριγκιπαίους

  1. ανδρικό επώνυμο

Στα αγγλικά

  • prince son or male-line grandson of a reigning monarch

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"πρίγκιπας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρίγκιπας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%82

Chicago

"πρίγκιπας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρίγκιπας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}