πρακτικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρακτικός

  • pɾa.ktiˈkos

Where it comes from

πρακτικός < αρχαία ελληνική πρακτικός < πράττω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pratique)

adjective πρακτικός · πρακτική · πρακτικό · πρακτικού · πρακτικής

  1. που έχει σχέση με το πράξη, την εφαρμογή, αναφέρεται, είναι κατάλληλος ή αποσκοπεί σ’ αυτή

    Opposite: θεωρητικός

  2. που απέκτησε τις γνώσεις και τις επαγγελματικές δεξιότητες εκ πείρας κι όχι σε πανεπιστήμιο, σεμινάριο κ.λπ. (ουσιαστικοποιημένο) πρακτικός

    Similar: εμπειρικός

  3. που βοηθάει, δίνει λύσεις, διευκολύνει, είναι κατάλληλος για κάτι
  4. ουσιαστικοποιημένο πρακτική
  5. ουσιαστικοποιημένο πρακτικό

In English

  • practical based on practice or action rather than theory or hypothesis
  • utilitarian practical and functional, not just for show

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρακτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρακτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"πρακτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρακτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}