πρακτορείο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρακτορείο

  • pɾa.ktoˈɾi.o

Where it comes from

πρακτορείο < πράκτορ(ας) + -είο ((μεταφραστικό δάνειο) ιταλική agenzia)

noun πρακτορείο · πρακτορεία · πρακτορείου · πρακτορείων

  1. γραφείο ή εταιρεία που έχει ως αντικείμενο εργασίας την παροχή πληροφοριών ή διάφορων υπηρεσιών ή εκδουλεύσεων για ποικίλες υποθέσεις, όπως και την αντιπροσώπευση τρίτων ※ Ανταποκριτής του πρακτορείου Magnum, με ειδικότητα την έθνικ φωτογραφία, είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο ψάχνοντας για φυλές και πολιτισμούς ανέγγιχτους από τη σύγχρονη τεχνολογία. (Κώστας Ακρίβος, Πανδαιμόνιο, εκδ. Μεταίχμιο, 2007, σελ. 179)
  2. offensive, μειωτικό απαξιωτικός χαρακτηρισμός για κόμματα ή κυβερνήσεις που εξυπηρετούν αλλότρια συμφέροντα

In English

  • agency establishment engaged in doing business for another

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρακτορείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρακτορείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%BF

Chicago

"πρακτορείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρακτορείο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}