πρανές
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρανές
Where it comes from
πρανές < ουδέτερο του πρανής < αρχαία ελληνική πρανής
noun πρανές · πρανή · πρανούς · πρανών
-
πλαγιά
Similar: κατωφέρεια
- επικλινής επιφάνεια, που έχει προκύψει φυσικά, είτε τεχνητά, (χρησιμοποιείται συχνά στον πληθυντικό «πρανή») ※ Πρανή σε αποσαθρωμένα πετρώματα με πυκνό κατατμητικό σύστημα (εκτός των αργιλικών σχιστόλιθων και περιπτώσεων ομόρροπης προς το πρανές βύθισης κατατμήσεων, απαιτούν γωνία κλίσης κατασκευής μεταξύ 1H:2V to 1H:1V (63 to 45o) ή χρειάζονται αντιστήριξη. (Κατολισθήσεις & ευστάθεια τεχνητών πρανών, Κεφά
-
υπώρεια
Similar: πρόποδες
In English
- cliff a (near) vertical rock face
Talk about this word "πρανές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. πρανές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%82 "πρανές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρανές},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}