πρασινάδα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρασινάδα¹
Where it comes from
πρασινάδα < από το πράσινος.
noun πρασινάδα · πρασινάδες · πρασινάδας · πρασινάδων
- η χλόη, τα χαμηλά χόρτα ※ Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες τ
- το πράσινο χρώμα
Similar: χλόη, γκαζόν, γρασίδι, πελούζα, χορτάρι, χλωρασιά, χλώρη, πόα
Πρασινάδα²
- pɾa.siˈna.ða
Where it comes from
Πρασινάδα < πρασινάδα
proper noun Πρασινάδα · Πρασινάδες · Πρασινάδας · Πρασινάδων
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Thesaurus
Talk about this word "πρασινάδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πρασινάδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CE%B1 "πρασινάδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρασινάδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}