πρεσβεία
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
πρεσβεία¹
- pɾeˈzvi.a
Откуда оно
πρεσβεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρεσβεία < πρέσβυς (ηλικιωμένος, σεβαστός)
существительное πρεσβεία · πρεσβείες · πρεσβείας · πρεσβειών
- η διπλωματική αντιπροσωπεία μιας χώρας σε μια άλλη χώρα Η γυναίκα μου εργάζεται στην ελληνική πρεσβεία.
- το κτίριο στο οποίο εδρεύει αυτή η αντιπροσωπεία Οι πρεσβείες βρίσκονται πάντα στη πρωτεύουσα της χώρας.
существительное πρεσβεία · πρεσβείες · πρεσβείας · πρεσβειών
- οτιδήποτε δίνεται σε μορφή προνομίου σε άτομα μεγάλης ηλικίας
Πρεσβεία²
Откуда оно
Πρεσβεία < → λείπει η ετυμολογία
имя собственное Πρεσβεία
- γυναικείο όνομα
По-английски
- embassy organization representing a foreign state
Обсудить это слово "πρεσβεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πρεσβεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%B1 "πρεσβεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%B1.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {πρεσβεία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}