πρεσβεύω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρεσβεύω

  • pɾeˈzve.vo

Where it comes from

πρεσβεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρεσβεύω (υποστηρίζω) < αρχαία ελληνική πρεσβεύω

verb πρεσβεύω · πρεσβεύομαι · πρέσβευα · θα πρεσβεύω · να πρεσβεύω

  1. πιστεύω, έχω την άποψη ότι ※ Λέει αυτό που πρεσβεύει και το υποστηρίζει σθεναρά, στο μέτρο που το πιστεύει. Για αυτό και θα τον δούμε να καταγγέλλει τη «γυναικουλίστικου πνεύματος προετοιμασία» που απαιτείται για να γίνει μια στρατιωτική παρέλαση (Εφτά νοητικές σημειώσεις πάνω στο έργο του Γιώργου Ιωάννου, 28/3/2025 https://a
  2. εκπροσωπώ, αντιπροσωπεύω
  3. θρησκεία μεσολαβώ μεταξύ ανθρώπων προσευχομένων και θεού / αγίων

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρεσβεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρεσβεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%8D%CF%89

Chicago

"πρεσβεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρεσβεύω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B2%CE%B5%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}