προίκα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προίκα

  • ˈpɾi.ka

Where it comes from

προίκα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική προίξ < πρό + ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι < ἵκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sē̆ik-

noun προίκα · προίκες · προίκας · προικών

  1. τα περιουσιακά στοιχεία (κυρίως ακίνητα και χρήματα) που στις παραδοσιακές κοινωνίες έδινε η οικογένεια της νύφης στο γαμπρό για την οικονομική εξασφάλιση της νέας οικογένειας ※ Αντίθετα, ο γραμματικός είναι ένας πολύφερνος γαμπρός, με φερνή του, προίκα του, τις γνώσεις και το συναφές επάγγελμά του. (Παντελής Μπουκάλας, Τα γράμματα στο δημοτικό τραγούδι, Νέα Εστία, τεύχος 1903, Δεκ. 2025, σελ. 737)
  2. τα είδη ρουχισμού και τα λοιπά κινητά αντικείμενα που ετοίμαζε η νύφη και η οικογένειά της για τον εξοπλισμό του νέου σπιτικού είδη προικός
  3. figuratively, μεταφορικά η αναγκαία χρηματοδότηση για ένα έργο 5% του προϋπολογισμού προίκα για την παιδεία

In English

  • dowry property or payment given at time of marriage

Talk about this word

Cite this
MLA

"προίκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%AF%CE%BA%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προίκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%AF%CE%BA%CE%B1

Chicago

"προίκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%AF%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προίκα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%AF%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}