προβάλλω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
προβάλλω
- pɾoˈva.lo
Where it comes from
προβάλλω <
:* σημασία: «εμφανίζομαι» < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική προβάλλω < (πρό) προ- + βάλλω (βάζω κάτι μπροστα)
:* νεότερες σημασίες: < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προβάλλω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική projeter ή από την αγγλική project
verb προβάλλω · πρόβαλλα · πρόβαλα · θα προβάλλω
- εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι Και να σου προβάλλει μέσα από τη θάλασσα σα λυγερόκορμη Αφροδίτη.
verb προβάλλω · προέβαλλα · πρόβαλλα · προέβαλα · πρόβαλα · προβάλλομαι
- μετακινώ κάτι προς τα εμπρός ή προς τα έξω
- δείχνω σε μια οθόνη εικόνες χρησιμοποιώντας ειδικό μηχάνημα (προβολέα) Το θέμα που ετοίμαζα τόσο καιρό θα προβληθεί σήμερα στο συμπόσιο πάνω σε διαδραστική οθόνη.
- δίνω μεγάλη δημοσιότητα (προβολή) σε κάτι Οι εργαζόμενοι προσπαθούν να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους και να προβάλλουν τον αγώνα τους στην τηλεόραση.
- διατυπώνω με τον λόγο ή εκφράζω με τις ενέργειές μου τη θέση μου στη διάρκεια ενός διαλόγου ή μιας αντιπαράθεσης ο συνομιλητής μου προέβαλε το εξής αντεπιχείρημα...
In English
Talk about this word "προβάλλω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. προβάλλω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89 "προβάλλω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {προβάλλω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}