προβλέπω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προβλέπω

  • pɾoˈvle.po

Where it comes from

προβλέπω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προβλέπω < προ- + αρχαία ελληνική βλέπω

verb προβλέπω · προέβλεψα · πρόβλεψα · προείδα · προβλέπομαι · προβλέφθηκα

  1. εκτιμώ ότι κάτι έχει ισχυρή πιθανότητα να συμβεί στο μέλλον Οι γιατροί προβλέπουν βελτίωση της υγείας του ασθενούς.
  2. έχοντας πάρει υπόψη μου ότι κάτι ενδέχεται να συμβεί προσδιορίζω ή ρυθμίζω με οδηγίες ή νόμο το τι πρέπει να γίνει σε αυτήν την περίπτωση
  3. (σε γ' ενικού) γίνεται αναφορά σε ένα κείμενο και δίνονται οδηγίες Ο στρατιωτικός κανονισμός προβλέπει την απονομή χαιρετισμού από τον χαμηλόβαθμο στον υψηλόβαθμο.

In English

  • forecast estimate future conditions
  • project to make plans for; forecast
  • predict to state, or make something known in advance
  • prophesy to speak as a prophet

Talk about this word

Cite this
MLA

"προβλέπω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CF%80%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προβλέπω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CF%80%CF%89

Chicago

"προβλέπω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CF%80%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προβλέπω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CF%80%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}