προβοκάτορας

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

προβοκάτορας

  • pɾo.voˈka.to.ɾas

De unde vine

προβοκάτορας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προβοκάτωρ (μονομάχος που προκαλεί), από την αιτιατική σε -ορα < λατινική provocator

::(Για τη σύγχρονη σημασία, και σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική provocatore η από τη γαλλική provocateur)

substantiv προβοκάτορας · προβοκάτορες · προβοκάτορα · προβοκατόρων

  1. το άτομο που κάνει προβοκάτσια, που προκαλεί ή υποκινεί επικίνδυνες ή επιθετικές αντιδράσεις από άλλους, συχνά με σκοπό την προώθηση της αντιπαλότητας ή τη δημιουργία εντάσεων, διεισδύοντας με λαθραίο τρόπο σε πολιτική ή άλλη ομάδα ※ Πλάκα κάνω. Απλά ήθελε να δει τους μαγαζάτορες να τσακώνονται. Ο κλασικός προβοκάτορας. Τρολ. (Λένος Χρηστίδης, Η Μελαμψή Παρθένος, εκδ. Καστανιώτη, 2014

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"προβοκάτορας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προβοκάτορας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"προβοκάτορας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προβοκάτορας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}