προδιάθεση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προδιάθεση

  • pɾoˈðʝa.θe.si

Where it comes from

προδιάθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προδιάθεσις < προδιατίθημι < αρχαία ελληνική πρό + διατίθημι. Μορφολογικά, προ-, διάθεση

noun προδιάθεση · προδιαθέσεις · προδιάθεσης · προδιαθέσεων

  1. η τάση που έχει κάποιος να κάνει κάτι (έμφυτη ή επίκτητη)
  2. η ψυχική διάθεση κάποιου προς πρόσωπα, ιδεολογίες ή καταστάσεις, σωστή ή λανθασμένη, που έχει δημιουργηθεί εκ των προτέρων
  3. ιατρική η τάση κάποιου να προσβάλλεται από ορισμένες ασθένειες, η ευπάθεια που έχει προς αυτές ※ παιδιά με παχύσαρκους γονείς μπορεί να κληρονομήσουν την προδιάθεση για υπερβαρότητα μέσω γονιδίων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό και την αποθήκευση λίπους (Σταύρος Θεοδωράκης, Άρης Βουρβούλιας, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, 2025, σελ. 1862)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"προδιάθεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προδιάθεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7

Chicago

"προδιάθεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προδιάθεση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}