προδοσία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
προδοσία
Where it comes from
προδοσία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προδοσία
noun προδοσία · προδοσίες · προδοσίας · προδοσιών
- ενέργεια με την οποία κάποιος παραβιάζει ισχυρή ηθική δέσμευση απέναντι σε άλλους ανθρώπους, φίλους, συνεργάτες, ομοϊδεάτες κλπ ※ Προδοσία είναι το απροσδόκητο χτύπημα. Αν γνωρίζεις καλά την καρδιά σου, δε θα σε αιφνιδιάσει ποτέ. Γιατί θα γνωρίζεις τα όνειρα και τις επιθυμίες σου και θα ξέρεις πώς ν' αντιδράσεις. Κανείς δεν μπορεί ν' αγνοήσει την καρδιά σου. Επομένως, είναι καλύτερα ν' ακούς τι σου λέει. Για να μην καταφέρει
Similar: αλκιβιαδισμός
Thesaurus
noun
Similar: αλκιβιαδισμός
In English
Talk about this word "προδοσία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. προδοσία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%B1 "προδοσία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {προδοσία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}