προκάλυψη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
προκάλυψη
Where it comes from
προκάλυψη < ελληνιστική κοινή προκάλυψις < αρχαία ελληνική προκαλύπτω < πρό + καλύπτω
noun προκάλυψη · προκαλύψεις · προκάλυψης · προκαλύψεων
- οι ενέργειες που γίνονται και τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να προφυλαχθεί ο στρατός και ν’ αποκρούσει εχθρική επίθεση
- η περιοχή που προφυλάσσεται
- η τοποθέτηση στρατιωτικού τμήματος μπροστά απ’ το κύριο κατά τη διάρκεια εκστρατείας, για τον έλεγχο των εχθρικών κινήσεων και την αντιμετώπιση επίθεσης
- η φύλαξη των συνόρων και (κατ’ επέκταση) η φυλασσόμενη περιοχή
- η απόκρυψη του πυροβολικού, ώστε να εκτελεί βολές κρυμμένο και ανεμπόδιστα
- η πρόφαση, το πρόσχημα
Talk about this word "προκάλυψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. προκάλυψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7 "προκάλυψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {προκάλυψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}