προκάλυψη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προκάλυψη

Where it comes from

προκάλυψη < ελληνιστική κοινή προκάλυψις < αρχαία ελληνική προκαλύπτω < πρό + καλύπτω

noun προκάλυψη · προκαλύψεις · προκάλυψης · προκαλύψεων

  1. στρατιωτικός όρος οι ενέργειες που γίνονται και τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να προφυλαχθεί ο στρατός και ν’ αποκρούσει εχθρική επίθεση
  2. broadly, στρατιωτικός όρος, κατ’ επέκταση η περιοχή που προφυλάσσεται
  3. στρατιωτικός όρος η τοποθέτηση στρατιωτικού τμήματος μπροστά απ’ το κύριο κατά τη διάρκεια εκστρατείας, για τον έλεγχο των εχθρικών κινήσεων και την αντιμετώπιση επίθεσης
  4. στρατιωτικός όρος η φύλαξη των συνόρων και (κατ’ επέκταση) η φυλασσόμενη περιοχή
  5. στρατιωτικός όρος η απόκρυψη του πυροβολικού, ώστε να εκτελεί βολές κρυμμένο και ανεμπόδιστα
  6. figuratively, μεταφορικά η πρόφαση, το πρόσχημα

Talk about this word

Cite this
MLA

"προκάλυψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προκάλυψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7

Chicago

"προκάλυψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προκάλυψη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%88%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}