προκαλώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προκαλώ

  • pɾo.kaˈlo

Where it comes from

προκαλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προκαλῶ (καλώ να βγει μπροστά), συνηρημένος τύπος του προκαλέω (συνήθως στη μέση φωνή προκαλοῦμαι) < προ- + καλέω / καλῶ

verb προκαλώ · προκάλεσα · προκαλούμαι · προκλήθηκα · προκαλούσα

  1. γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι, επιφέρω το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο
  2. καλώ κάποιον σε αντιπαράθεση σε προκαλώ να απαντήσεις!
  3. είμαι επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό να δημιουργήσω διαμάχη οι οπαδοί της μιας ομάδας προκαλούσαν τους άλλους με βρισιές και χειρονομίες
  4. δημιουργώ αρνητικές εντυπώσεις αυτή η επίδειξη πλούτου προκαλεί το κοινό αίσθημα
  5. προσπαθώ να ερεθίσω σεξουαλικά ντύνεται έτσι γιατί του αρέσει να προκαλεί

In English

  • cause to set off an event or action
  • challenge to invite someone to take part in a competition
  • beget cause, produce
  • tumefy to cause to swell

Talk about this word

Cite this
MLA

"προκαλώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προκαλώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E

Chicago

"προκαλώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προκαλώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}