προκαλώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
προκαλώ
- pɾo.kaˈlo
Where it comes from
προκαλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προκαλῶ (καλώ να βγει μπροστά), συνηρημένος τύπος του προκαλέω (συνήθως στη μέση φωνή προκαλοῦμαι) < προ- + καλέω / καλῶ
verb προκαλώ · προκάλεσα · προκαλούμαι · προκλήθηκα · προκαλούσα
- γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι, επιφέρω το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο
- καλώ κάποιον σε αντιπαράθεση σε προκαλώ να απαντήσεις!
- είμαι επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό να δημιουργήσω διαμάχη οι οπαδοί της μιας ομάδας προκαλούσαν τους άλλους με βρισιές και χειρονομίες
- δημιουργώ αρνητικές εντυπώσεις αυτή η επίδειξη πλούτου προκαλεί το κοινό αίσθημα
- προσπαθώ να ερεθίσω σεξουαλικά ντύνεται έτσι γιατί του αρέσει να προκαλεί
In English
Talk about this word "προκαλώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. προκαλώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E "προκαλώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {προκαλώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}