προκλητικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προκλητικός

  • pɾo.kli.tiˈkos

Where it comes from

προκλητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προκλητικός (< αρχαία ελληνική προκαλέω). Μορφολογικά αναλύεται σε προ- + κλητικός.

adjective προκλητικός · προκλητική · προκλητικό · προκλητικού · προκλητικής

  1. επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό τη δημιουργία διαμάχης προκλητικές βρισιές και χειρονομίες
  2. που δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις προκλητική επίδειξη πλούτου
  3. που προσπαθεί να ερεθίσει σεξουαλικά προκλητικό ντύσιμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"προκλητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προκλητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"προκλητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προκλητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}