προληπτικός
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
προληπτικός
- pɾo.li.ptiˈkos
מאיפה זה בא
προληπτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προληπτικός (προκαταβολικός) (<αρχαία ελληνική προλαμβάνω). Συγχρονικά αναλύεται σε προ- + ληπ- (λαμβάνω) + -τικός
:* για τη σημασία «που προλαβαίνει» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préventif
:* για τη σημασία «πρόληψη, δεισιδαιμονία» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préjugé
שם תואר προληπτικός · προληπτική · προληπτικό · προληπτικού · προληπτικής
- που προλαμβάνει, που με τις εκ των προτέρων ενέργειες ή πράξεις του προλαβαίνει την εκδήλωση ή την εμφάνιση κάποιων πραγμάτων, τα αποτρέπει ή τα ματαιώνει
- που έχει προλήψεις ή πιστεύει σ’ αυτές
באנגלית
- superstitious susceptible to superstitions
לדבר על המילה הזו "προληπτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. προληπτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "προληπτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {προληπτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}