προπάνιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προπάνιο

  • proˈpa.ni.o

Where it comes from

προπάνιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική propane < propionic acid < γαλλική propionique < αρχαία ελληνική πρό + πίων (παχύς)

noun προπάνιο · προπάνια · προπανίου · προπάνιου · προπανίων

  1. χημεία κορεσμένος αλειφατικός υδρογονάνθρακας με χημικό τύπο C₃H₈, άχρωμο και ιδιαίτερα εύφλεκτο αέριο, το οποίο υγροποιείται εύκολα υπό πίεση και χρησιμοποιείται κυρίως ως καύσιμο σε οικιακές, βιομηχανικές και τεχνικές εφαρμογές ※ Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δεξαμενές προπανίου που τροφοδοτούσαν τους φούρνους της μονάδας βρέθηκαν άθικτες, γεγονός που ενισχύει το σενάριο διαρροής προπανίου στο εσωτερικό δίκτυο διανομής. «Η έκρηξη από προπάνιο και βουτάνιο, δηλαδή από υγραέριο, είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Είναι η πιο συχνή αιτία ε

In English

  • propane aliphatic hydrocarbon: C3H8

Talk about this word

Cite this
MLA

"προπάνιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προπάνιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF

Chicago

"προπάνιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προπάνιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}