προπτυχιακός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
προπτυχιακός
- pɾo.pti.çi.aˈkos
Where it comes from
προπτυχιακός < προ- + πτυχί(ο) + -ακός
adjective προπτυχιακός · προπτυχιακη · προπτυχιακο · προπτυχιακή · προπτυχιακό
- που σχετίζεται με σπουδές πριν τη λήψη πτυχίου ※ Δύο κύκλους σπουδών, από τους οποίους ο ένας θα είναι προπτυχιακός με τουλάχιστον τριετή διάρκεια και ο δεύτερος μεταπτυχιακός με διετή διάρκεια, και συνολική αναδιάρθρωση των σπουδών στα πανεπιστήμια κατά τις επιταγές της Διακήρυξης της Μπολόνιας προωθεί άμεσα η κυβέρνηση.
- ο σχετικός με τις σπουδές αυτές προπτυχιακός φοιτητής
noun προπτυχιακός · προπτυχιακοί · προπτυχιακού · προπτυχιακών · προπτυχιακό
- άτομο που πραγματοποιεί προπτυχιακές σπουδές οι προπτυχιακοί και οι απόφοιτοι διεκδικούν την αναγνώριση του πτυχίου τους
In English
- undergraduate student at a university who has not yet received a degree
Talk about this word "προπτυχιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. προπτυχιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82 "προπτυχιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {προπτυχιακός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}