προσαρμόζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
προσαρμόζω
- pɾo.saɾˈmo.zo
Where it comes from
προσαρμόζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσαρμόζω < πρός + ἁρμόζω < ἁρμός < ἀραρίσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂er- (συνδέω, ταιριάζω, τοποθετώ μαζί). Συγχρονικά αναλύεται σε προσ- + αρμόζω
: τροποποιώ < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική adapter
verb προσαρμόζω · προσάρμοσα · προσαρμόζομαι · προσαρμόστηκα · προσαρμοσμένος
- στερεώνω κάτι σε κάτι άλλο, τα ταιριάζω μεταξύ τους και τα συνδέω
- αλλάζω κάτι ή το τροποποιώ, ώστε να ταιριάζει ή να συμφωνεί με κάτι άλλο
In English
Talk about this word "προσαρμόζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. προσαρμόζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CE%B6%CF%89 "προσαρμόζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {προσαρμόζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}