προσεγγίζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προσεγγίζω

  • pɾo.seŋˈɟi.zo

Where it comes from

προσεγγίζω < ελληνιστική κοινή προσεγγίζω < πρός + αρχαία ελληνική ἐγγίζω < ἐγγύς (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rapprocher & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική approach)

verb προσεγγίζω · προσεγγίζομαι · προσέγγιζα · θα προσεγγίζω · να προσεγγίζω

  1. πλησιάζω κάποιον ή κάτι

    Opposite: απομακρύνομαι

  2. φέρνω κοντά κάποιον ή κάτι με κάποιον άλλο ή κάτι άλλο

    Opposite: απομακρύνω

  3. figuratively, μεταφορικά εξετάζω, μελετώ ※ Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 43

Similar: ζυγώνω, πλησιάζω, σιμώνω

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"προσεγγίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προσεγγίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"προσεγγίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προσεγγίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}