προσεγγίζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
προσεγγίζω
- pɾo.seŋˈɟi.zo
Where it comes from
προσεγγίζω < ελληνιστική κοινή προσεγγίζω < πρός + αρχαία ελληνική ἐγγίζω < ἐγγύς (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rapprocher & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική approach)
verb προσεγγίζω · προσεγγίζομαι · προσέγγιζα · θα προσεγγίζω · να προσεγγίζω
-
πλησιάζω κάποιον ή κάτι
Opposite: απομακρύνομαι
-
φέρνω κοντά κάποιον ή κάτι με κάποιον άλλο ή κάτι άλλο
Opposite: απομακρύνω
- εξετάζω, μελετώ ※ Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 43
Thesaurus
In English
- come to move nearer
- approach 1. (intransitive) to come or go near, in place or time
- approximate to estimate
Talk about this word "προσεγγίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. προσεγγίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89 "προσεγγίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {προσεγγίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}