προσηγορικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προσηγορικός

Where it comes from

προσηγορικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα προσηγορικός < ελληνιστική κοινή προσηγορικόν ουδέτερο [ του προσηγορικός] εννοείται η λέξη ὄνομα)

adjective προσηγορικός · προσηγορική · προσηγορικό · προσηγορικού · προσηγορικής

  1. χαρακτηρισμός που συνδέει με την προσηγορία:
  2. γραμματική χαρακτηρισμός για ουσιαστικό που δεν είναι κύριο όνομα ή: χαρακτηρισμός κοινού ουσιαστικού ονόματος, που δηλώνει όλα τα ομοειδή πρόσωπα, ζώα ή πράγματα (π.χ. άνθρωπος, πόλη) ή ουσιαστικό που δηλώνει ενέργεια, κατάσταση, ιδιότητα, σε αντιδιαστολή προς τα κύρια ονόματα (π.χ. Περικλής, Αθήνα)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"προσηγορικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προσηγορικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"προσηγορικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προσηγορικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}