προσηλυτίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προσηλυτίζω

  • pɾo.si.liˈti.zo

Where it comes from

προσηλυτίζω < (μαρτυρείται από το 1855) προσήλυτ(ος) + -ίζω, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική proselytize < ελληνιστική κοινή προσήλυτος

verb προσηλυτίζω · προσηλύτισα · προσηλυτίζομαι · προσηλυτίστηκα · προσηλυτισμένος

  1. θρησκεία πείθω κάποιον να ασπαστεί τη θρησκεία ή το δόγμα το οποίο ακολουθώ ※ Με ποικίλα μέσα, όπως διανομή φυλλαδίων, επισκέψεις σε σπίτια κ.ά. προσεγγίζουν πολλούς χριστιανούς και προσπαθούν να τους προσηλυτίσουν.
  2. general, γενικότερα πείθω κάποιο άτομο να ακολουθήσει τις ιδέες και τις αρχές μου χρησιμοποιώντας προπαγανδιστική τακτική

In English

  • proselytize convert to one’s own faith
  • convert induce (someone) to adopt a particular religion, faith, or belief

Talk about this word

Cite this
MLA

"προσηλυτίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B7%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προσηλυτίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B7%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"προσηλυτίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B7%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προσηλυτίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B7%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}