προσκυνητής
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
προσκυνητής
- pɾo.sci.niˈtis
Where it comes from
προσκυνητής < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή προσκυνητής
noun προσκυνητής · προσκυνητές · προσκυνητή · προσκυνητών
- ο πιστός που μεταβαίνει σε έναν ιερό τόπο για ιερό προσκύνημα ※ Όπως της εξήγησαν, οι καλόγριες οργάνωναν μουσικές βραδιές, όπου ο κάθε προσκυνητής μπορούσε να διαλέξει ένα τραγούδι από τη χώρα του και στη γλώσσα του κι εκείνες τον συνόδευαν με την κιθάρα. (Μαίρη Μαγουλά, Ως το τέλος του κόσμου, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)
-
είδος μεγάλου πλαγκτονοφάγου καρχαρία, με χαρακτηριστικό στόμα που μπορεί να ανοίξει σε μεγάλες διαστάσεις (Cetorhinus maximus)
Similar: σαπουνάς
In English
- pilgrim traveler, especially to religious sites
Talk about this word "προσκυνητής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. προσκυνητής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82 "προσκυνητής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {προσκυνητής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}