προσοχή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προσοχή

  • pɾo.soˈçi

Where it comes from

προσοχή < Η σημασία «συγκέντρωση του νου σε ερέθισμα» < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική προσοχή. Η σημασία «κατάσταση για αποφυγή κινδύνων» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική attention.

noun προσοχή · προσοχές · προσοχής · προσοχών

  1. η συγκέντρωση των πνευματικών δυνάμεων και των αισθήσεων σε ένα αντικείμενο ή ερέθισμα ※ .. η μια στάθηκεν, άπλωσε στο χέρι της το καπέλλο της άλλης και με μεγάλη προσοχή, με μεγαλείτερη στοργή, της διώρθωσεν.....αλήθεια πως να το διηγηθώ; — της διώρθωσε τη θέση κάποιου άνθους που είχε γύρει, σαν να διώρθωνε το μεγάλο λάθος της ύπαρξής των! (⌘ Ζαχαρίας Παπαντωνίου, "Οι Αδελφές", Πεζοί
  2. η πνευματική κατάσταση που αποτελεί προϋπόθεση για την αποφυγή κινδύνων Είσαι μικρό ακόμη για εργαλεία σαν αυτό, το ψαλίδι θέλει μεγάλη προσοχή
  3. η φροντίδα
  4. το στρατιωτικό παράγγελμα σε αντιδιαστολή προς την ανάπαυση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"προσοχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%87%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προσοχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%87%CE%AE

Chicago

"προσοχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%87%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προσοχή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%87%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}