προσυπογράφω

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

προσυπογράφω

  • pɾo.si.poˈɣɾa.fo

Откуда оно

προσυπογράφω < (ελληνιστική κοινή) < πρός + αρχαία ελληνική ὑπογράφω < ὑπό + γράφω

глагол προσυπογράφω · προσυπογράφομαι · προσυπέγραφα · θα προσυπογράφω · να προσυπογράφω

  1. υπογράφω από κοινού με άλλον ή άλλους ※ Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρο
  2. δίνω την έγκρισή μου σε κάτι, αποδέχομαι

Похожие: εγκρίνω, επιβεβαιώνω, προσεπικυρώνω, επιδοκιμάζω

Синонимы и антонимы

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"προσυπογράφω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προσυπογράφω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89

Chicago

"προσυπογράφω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προσυπογράφω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}