προτεσταντισμός
Ελληνικά
AI In parole semplici
Sto scrivendo una breve spiegazione…
Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.
προτεσταντισμός¹
Da dove viene
προτεσταντισμός < → λείπει η ετυμολογία
sostantivo προτεσταντισμός · προτεσταντισμοί · προτεσταντισμού · προτεσταντισμών · προτεσταντισμό · προτεσταντισμούς
- το προτεσταντικό δόγμα
Προτεσταντισμός²
Da dove viene
Προτεσταντισμός < γερμανική Protestantismus (διαμαρτυρία)
sostantivo Προτεσταντισμός · Προτεσταντισμοί · Προτεσταντισμού · Προτεσταντισμών · Προτεσταντισμό · Προτεσταντισμούς
- ένας από τους μεγάλους κλάδους του Χριστιανισμού που εμφανίστηκε το 16ο αιώνα στη Γερμανία, με πρωτεργάτη του το Μαρτίνο Λούθηρο, ως κίνημα μεταρρύθμισης.
In inglese
- Protestantism faith
Parla di questa parola "προτεσταντισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. προτεσταντισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "προτεσταντισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cita
@misc{micwyn_2026,
title = {προτεσταντισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}