προφυλακτικό
Ελληνικά · 類義語・対義語
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
προφυλακτικό
由来
προφυλακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου προφυλακτικός < ελληνιστική κοινή προφυλακτικός < αρχαία ελληνική προφυλάσσω < πρό + φυλάσσω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική préservatif )
名詞 προφυλακτικό
- ελαστικό κάλυμμα, συνήθως φτιαγμένο από λατέξ ή πολυουρεθάνη, που τοποθετείται στο αρσενικό γεννητικό όργανο πριν από τη σεξουαλική επαφή, για να προστατεύσει από τις σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες και την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη ※ Τι είναι αυτά; τον είχε ρωτήσει, καλά το βιάγκρα, ας υποθέσω ότι το θέλεις για τα συζυγικά σου καθήκοντα, παρότι θα'πρεπε να με ρωτήσεις, το ξέρεις ότι κινδυνεύει η υγεία σου; αλλά εντάξει να το παραβλέψω, τα προφυλακτικά όμως τι τα θέλεις, εφόσον μαζί μου, όποτε και εάν, δεν χρησιμοποιείς προφυλα
類語: λαϊκότροπο, καπότα
形容詞 προφυλακτικό
- αιτιατική ενικού του προφυλακτικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προφυλακτικός
類義語・対義語
名詞
類語: λαϊκότροπο, καπότα
英語で
- condom flexible sleeve worn on the penis
- rubber condom
- prophylactic preventive medicine
この単語について話す "προφυλακτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. προφυλακτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "προφυλακτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {προφυλακτικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}