προχωράω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προχωράω

  • pro.xoˈra.o

Where it comes from

προχωράω < προχωρ(ώ) + επίθημα -άω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προχωρῶ, συνηρημένος τύπος του προχωρέω.

:* για τη μεταφορική σημασία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική avancer

verb προχωράω · προχωρώ · -είς · -εί · προχώραγα · προχώρησα

  1. κινούμαι μπρος τα εμπρός (ή γενικότερα προς κάποια κατεύθυνση)
  2. + σε αρχίζω να κάνω κάτι ή συνεχίζω κάποια ενέργεια ξεκινώντας μια καινούρια φάση Μετά την υπογραφή της συμφωνίας θα προχωρήσουμε στην υλοποίηση του έργου.

    Similar: προβαίνω

  3. δείτε και τις σημασίες της μετοχής προχωρημένος'

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"προχωράω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προχωράω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AC%CF%89

Chicago

"προχωράω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προχωράω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}