πρωινό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρωινό

Where it comes from

πρωινό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο πρωινός· για τη σημασία γεύμα βλέπε και ελληνιστική πρωινόν ἔμβρωμα

noun πρωινό · πρωινά · πρωινού · πρωινών

  1. το πρωί Ξεκίνησα ένα πρωινό / κάτω από διάφανο ουρανό / με ρυθμικό το βήμα. (Μαρία Πολυδούρη, από τη συλλογή «Ηχώ στο Χάος»)
  2. το γεύμα που τρώμε το πρωί, το πρόγευμα ※ Χούμους στο πρωινό των ξενοδοχείων, συνοδευμένο από ψιλοκομμένη αγγουροντοματοσαλάτα που πρόσθετε στη γήινη, χωμάτινη γεύση του οσπρίου ευπρόσδεκτη δροσιά.

adjective πρωινό · πρωινά · πρωινού · πρωινών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του πρωινός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πρωινός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρωινό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CE%B9%CE%BD%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρωινό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CE%B9%CE%BD%CF%8C

Chicago

"πρωινό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CE%B9%CE%BD%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρωινό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CE%B9%CE%BD%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}