πρωτεύουσα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρωτεύουσα

  • pɾoˈte.vu.sa

Where it comes from

πρωτεύουσα < θηλυκό του πρωτεύων, της μετοχής ενεστώτα του πρωτεύω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική capitale ή (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Hauptstadt)

noun πρωτεύουσα · πρωτεύουσες · πρωτεύουσας · πρωτευούσης · πρωτευουσών

  1. η πόλη στην οποία εδρεύει η κυβέρνηση μιας χώρας
  2. η πόλη στην οποία εδρεύουν οι διοικητικές αρχές ενός νομού
  3. broadly, κατ’ επέκταση πόλη που συγκεντρώνει τις σημαντικότερες δραστηριότητες για έναν τομέα ※ Λένε ότι το Μιλάνο είναι η οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας

verb πρωτεύουσα · πρωτεύουσες · πρωτεύουσας · πρωτευούσης · πρωτευουσών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτεύων ※ O ατομοκεντρισμός φανερώνει δέσμευση στον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων, κυρίαρχη την ανάγκη κατασφάλισης (αυτοσυντήρησης – κυριαρχίας – ηδονής) του εγωτικού υποκειμένου, άρα πρωτεύουσα τη χρησιμότητα – ωφελιμότητα. O κοινωνιοκεντρισμός, αντίθετα, δηλώνει δυναμική ελευθερίας από το ένστι

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρωτεύουσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρωτεύουσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1

Chicago

"πρωτεύουσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρωτεύουσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}