πρωτεύουσα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρωτεύουσα
- pɾoˈte.vu.sa
Where it comes from
πρωτεύουσα < θηλυκό του πρωτεύων, της μετοχής ενεστώτα του πρωτεύω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική capitale ή (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Hauptstadt)
noun πρωτεύουσα · πρωτεύουσες · πρωτεύουσας · πρωτευούσης · πρωτευουσών
- η πόλη στην οποία εδρεύει η κυβέρνηση μιας χώρας
- η πόλη στην οποία εδρεύουν οι διοικητικές αρχές ενός νομού
- πόλη που συγκεντρώνει τις σημαντικότερες δραστηριότητες για έναν τομέα ※ Λένε ότι το Μιλάνο είναι η οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας
verb πρωτεύουσα · πρωτεύουσες · πρωτεύουσας · πρωτευούσης · πρωτευουσών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτεύων ※ O ατομοκεντρισμός φανερώνει δέσμευση στον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων, κυρίαρχη την ανάγκη κατασφάλισης (αυτοσυντήρησης – κυριαρχίας – ηδονής) του εγωτικού υποκειμένου, άρα πρωτεύουσα τη χρησιμότητα – ωφελιμότητα. O κοινωνιοκεντρισμός, αντίθετα, δηλώνει δυναμική ελευθερίας από το ένστι
In English
- capital city city designated as seat of government
Talk about this word "πρωτεύουσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πρωτεύουσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1 "πρωτεύουσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρωτεύουσα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}