πρωτοβάθμιος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρωτοβάθμιος

  • pɾo.toˈvaθ.mi.os

Where it comes from

πρωτοβάθμιος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πρωτοβάθμιος < μεσαιωνική ελληνική πρωτοβάθμιος (που καταλαμβάνει την πρώτη θέση) < πρωτο- + -βάθμιος (βαθμ(ός) + -ιος). Νεότερες σημασίες < γαλλική de premier degré, αγγλική primary. Παραβάλετε ελληνιστική κοινή πρωτόβαθμος (πρώτης τάξης).

adjective πρωτοβάθμιος · πρωτοβάθμια · πρωτοβάθμιο · πρωτοβάθμιου · πρωτοβάθμιας

  1. που κατέχει τον πρώτο και ανώτερο βαθμό μιας ιεραρχίας πρωτοβάθμιος υπάλληλος, πρωτοβάθμιος καθηγητής
  2. που αποτελεί την πρώτη, ιεραρχικά κατώτερη βαθμίδα πριν από την δευτεροβάθμια Πρωτοβάθμια εκπαίδευση ≈ συνώνυμα: στοιχειώδης

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρωτοβάθμιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρωτοβάθμιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"πρωτοβάθμιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρωτοβάθμιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}