πρωτογλώσσα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρωτογλώσσα

  • pro.to.ˈɣlo.sa

Where it comes from

πρωτογλώσσα < πρωτο- + γλώσσα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική protolanguage)

noun πρωτογλώσσα · πρωτογλώσσες · πρωτογλώσσας · πρωτογλωσσών

  1. γλωσσολογία γλώσσα που προηγείται μιας ομάδας δεδομένων γλωσσών ως κοινός πρόγονος και η οποία συνήθως δεν σώζεται, αλλά αποκαθίσταται από τις μεταγενέστερες σωζόμενες βάσει των μεθόδων της ιστορικής γλωσσολογίας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρωτογλώσσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρωτογλώσσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1

Chicago

"πρωτογλώσσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρωτογλώσσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}