πρωτοφανής
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρωτοφανής
- pɾo.to.faˈnis
Where it comes from
πρωτοφανής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρωτοφανής < πρωτο- + -φανής
adjective πρωτοφανής · πρωτοφανές · πρωτοφανούς
-
που συμβαίνει για πρώτη φορά
Η κακοκαιρία αναμένεται να είναι πρωτοφανής.
Similar: πρωτόγνωρος, πρωτόφαντος, χωρίς προηγούμενο, πρωτοείδωτος
-
που προκαλεί κατάπληξη και δυσαρέσκεια
Το έγκλημα είναι πρωτοφανές στα χρονικά.
Similar: ανήκουστος, χωρίς προηγούμενο
Talk about this word "πρωτοφανής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πρωτοφανής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82 "πρωτοφανής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρωτοφανής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}