πρωτόγονος

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

πρωτόγονος

  • pɾoˈto.ɣo.nos
  • pɾoˈto.ɣo.ni
  • pɾoˈto.ɣo.no

Откуда оно

πρωτόγονος < αρχαία ελληνική πρωτόγονος < πρῶτος + γόνος)

прилагательное πρωτόγονος · πρωτόγονη · πρωτόγονο · πρωτόγονου · πρωτόγονης

  1. που βρίσκεται σε ένα πρώιμο στάδιο ανάπτυξης το πρωτόγονο έχει την δυναμική της προοπτικής
  2. που δεν επηρεάζεται από τον πολιτισμό ※ λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 18
  3. offensive, μειωτικό που δε συμβαδίζει με τον πολιτισμό

По-английски

  • pristine pertaining to the earliest state of something
  • savage barbaric, not civilized
  • primitive member from a primitive society

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"πρωτόγονος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρωτόγονος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"πρωτόγονος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρωτόγονος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}