πρωτόκολλο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρωτόκολλο
- pɾoˈto.ko.lo
Where it comes from
πρωτόκολλο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πρωτόκολλον, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική protocole (< μέση γαλλική < μεσαιωνική λατινική protocollum < υστερολατινική < ελληνιστική κοινή πρωτόκολλον.
noun πρωτόκολλο · πρωτόκολλα · πρωτόκολλου · πρωτοκόλλου · πρωτόκολλων · πρωτοκόλλων
- βιβλίο στο οποίο καταγράφονται ημερολογιακά και με αύξοντα αριθμό όλα τα εισερχόμενα-εξερχόμενα
- η υπηρεσία που τηρεί το αντίστοιχο πρωτόκολλο Πέρασε από το πρωτόκολλο να πάρεις αριθμό.
- έντυπο στο οποίο καταγράφονται λεπτομερώς όλες οι πράξεις που γίνονται κατά τη διαδικασία παράδοσης και παραλαβής ή άλλων ενεργειών Στο πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής φαίνεται ότι υπήρχαν μόνο 4 καρέκλες.
- σύνολο κανόνων που πρέπει να ακολουθούνται Κατά τη διάρκεια ερευνών πρέπει να ακολουθείται επιστημονικό πρωτόκολλο βασισμένο στις οδηγίες έγκριτων οργανισμών υγείας.
- έντυπο όπου αναφέρεται όλο το εθιμοτυπικό για κρατικούς αξιωματούχους. Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας παρίσταται μόνον στην εξόδιο ακολουθία.
- έντυπο που αναφέρει όλο το εθιμοτυπικό για την εκτέλεση διπλωματικών πράξεων μεταξύ κρατών
- έντυπο που αναφέρει επί μέρους λεπτομέρειες σχετικά με συνθήκη που υπογράφτηκε Στις 11 Δεκεμβρίου 1997, στη πόλη Κιότο της Ιαπωνίας, συνήφθη το λεγόμενο Πρωτόκολλο του Κιότο που ορίζει δεσμευτικές οριακές τιμές εκπομπών αερίων...
- σημείωση που βρισκόταν σε κυλινδρικούς παπύρους, κολλημένη στην αρχή του κειμένου, και περιείχε εξήγηση ή περίληψη του περιεχομένου
- το πρώτο τεμάχιο ή τμήμα ειληταρίου
- σύνολο κοινά αποδεκτών κανόνων που περιγράφουν τον τρόπο μετάδοσης ή ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ διαφορετικού τύπου υπολογιστών, ειδικά σε ένα δίκτυο Το IP είναι ένα ασύγχρονο πρωτόκολλο επικοινωνίας για δίκτυα.
In English
Talk about this word "πρωτόκολλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. πρωτόκολλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%BF "πρωτόκολλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρωτόκολλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}