πρόβολος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρόβολος

  • ˈpɾo.vo.los

Sounds like πρόλοβος

Where it comes from

πρόβολος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόβολος < προβάλλω < πρό- + βάλλω

noun πρόβολος · πρόβολοι · προβόλου · πρόβολου · προβόλων · πρόβολο

  1. οποιαδήποτε μόνιμη επιμήκης προεξοχή
  2. δοκάρι που στηρίζεται στη μία του άκρη
  3. στήριγμα βάθρου γέφυρας
  4. ναυτικός όρος ο πλάγιος ιστός που προβάλλει στην πλώρη των ιστιοφόρων με την ίδια κλίση της πλώρης. ο πρόβολος των ιστιοφόρων φέρει ξάρτια, προστατευτικό δίχτυ, το ακρόπρωρο ή ξόανο, τον θαλασσομάχο καθώς και μέχρι δύο προεκτάσεις.

    Similar: μπομπρέσο

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρόβολος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρόβολος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"πρόβολος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρόβολος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}