πρόσβαση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρόσβαση

Where it comes from

πρόσβαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόσβασις < προσβαίνω < πρός (προσ-) + βαίνω

noun πρόσβαση · προσβάσεις · πρόσβασης · προσβάσεων

  1. η είσοδος ※ Οι ανωνυμοποιημένες πληροφορίες, δηλαδή εκείνες που φέρουν μόνο αριθμό ταυτοποίησης και δεν συνδέονται με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, θα αποθηκεύονται σε κεντρική μηχανογραφημένη βάση δεδομένων που προστατεύεται με εξατομικευμένο και εμπιστευτικό χρηστώνυμο και κωδικό πρόσβασης. (SQUEEZE Παράρτ
  2. το πλησίασμα
  3. η προσέγγιση ※ Προκειμένου να διασφαλιστεί η πρόσβαση σε φάρμακα, από τον Ιούνιο του 2019, στο πλαίσιο του νέου Γενικού Συστήματος Υγείας, οι δικαιούχοι καταβάλλουν κατ' αποκοπή συμμετοχή (συμπληρωμή) μόλις 1 EUR για το φθηνότερο γενόσημο ισοδύναμο του συνταγογραφούμενου φαρμάκου... Σε περίπτωση που οι ασθενείς

In English

  • access way or means of approaching

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρόσβαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρόσβαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"πρόσβαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρόσβαση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}